ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ"

Από την ιστοσελίδα της Κατερίνας Καριζώνη (http://karizoni.blogspot.com/2008/07/blog-post_25.html)
Η ποίηση με αναγκάζει να διακόψω τη σιωπή και να βγω απ΄την ευδαιμονία των καλοκαιρινών μου διακοπών. Διαβάζοντας το βιβλίο του Θοδωρή Βοριά, αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω γι΄ αυτά τα ποιήματα που είναι γεμάτα τρυφερότητα ,ονειροπόληση και ερωτισμό, αλλά και ιδιαίτερα εντυπωσιακό ταλέντο.Απόδειξη το παρακάτω ποιήμα :Οι διψασμένοιΟι διψασμένοι για έρωταδεν κατεβαίνουν στο Βαρδάρι.Πρώτα είχαν ξεκόψει απ΄την πλατεία οι εξοδούχοι φαντάροιύστερα έκλεισαν οι κινηματογράφοικι έσβησαν τα κόκκινα φανάρια.Όσα χρωστούσαν τα σκοτάδιαστους νυχτόβιους της πιάτσαςπάνε χαμένα.Οι διψασμένοι απόμειναν στα ποιήματαεκεί που είναι γραμμένα και τα χρέη κάθε νύχτας.Ετσι ακριβώς είναι τα πράγματα Θοδωρή Βοριά. Οι διψασμένοι αυτού του κόσμου πίνουμε το νερό της ποίησης σ΄όλη μας τη ζωή και δεν ξεδιψάμε ποτέ. Χαίρομαι που διαβάζω τόσο ωραία ποιήματα από ένα νέο ποιητή που <<στην σελίδα τριανταοκτώ της ζωής του , ρίχνει τις χλωμές του προσωπίδες του για να μας μιλήσει για τις βαθύτερες πληγές και τις σκιές , για τα λιωμένα φεγγάρια , το αίμα στη νύχτα και το αίμα στο χαρτί>>.Οι στίχοι του που έχουν κάτι από το ύφος Χριστιανόπουλου , λιτοί , αλλά κατά κανόνα αμφίσημοι και συμβολικοί κινούνται στο κλίμα της λογοτεχνίας και της ποίησης της πόλης. Μου αρέσει αυτό. Η πόλη είναι ορατή και ευδιάκριτη ως σκηνικό αλλά και ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Ο Θοδωρής Βοριάς μπορώ να πω ότι συνεχίζει την παράδοση της ποίησης της Θεσσαλονίκης κι αυτό είναι ένα πρόσθετο πλεονέκτημα στην ποίησή του γιατί της προσδίδει ιδιαίτερη ταυτότητα .Αλαφροίσκιωτος, ονειροπόλος και ερωτικός ο Θοδωρής Βοριάς δεν διακρίνει την ποίηση μόνο στους ίσκιους και στα φεγγάρια αλλά και στους δρόμους , στα πεζοδρόμια, στην καγκελόπορτα της πλαζ της Αρετσούς, στην πεθαμένη θάλασσα.<<Η νύχτα δεν παρηγοριέται με τ αδύναμα φώτα της πόληςθέλει στους δρόμους το θίασό τηςφλεγόμενοι κάδοι σκουπιδιών,βόμβες μολότοφκι εκρήξεις δακρυγόνωντη θεραπεύουν απ΄το αδυσώπητο σκοτάδι της.>>Σκληρός και τρυφερός μαζί ο ποιητής υψώνει την δική του φωνή πάνω απ΄την πόλη , τις καθημερινές σχέσεις , τον έρωτα , αλλά και την ιδιαίτερα σκληρή κοινωνική πραγματικότητα. Τα ποιήματά του έχουν προσωπικό ύφος, έχουν μετουσίωση , αίμα και εικόνες από την πόλη που απ΄ ό,τι φαίνεται τον στοιχειώνουν συνεχώς.Το κυριώτερο όμως έχουν την σφραγίδα ενός ταλαντούχου και ευαίσθητου ποιητή. Εύχομαι να συνεχίσει την δύσκολη αυτή διαδρομή και να ξεδιψάει πάντα από το νερό των φεγγαριών της.

Κατερίνα Καριζώνη
Ιούλιος 2008


* * *


Από την ιστοσελίδα ΠΟΙΕΙΝ ( http://www.poiein.gr/archives/2291/index.html)Σχόλια:
Σπύρος Αραβανής
Δηλώνω απολογητικά πως την ποίηση του Θοδωρή Βοριά δεν την γνώριζα-είχα ανακαλύψει όσο έπρεπε- μολονότι και γνωστός στο χώρο του διαδικτύου είναι και “εργάτης” της τέχνης κυριολεκτικα (πολύτιμη η καθημερινή δουλειά του στα διαδικτυακά “Λογοτεχνικά Επικαιρα” και μεταφορικά (όπως φαίνεται από τα ποιήματά του). Το βιβλίο του για μένα ήταν μια πολύτιμη έκπληξη και το λέω χωρίς ίχνος κολακείας. Λιτός, συμπυκνωμένος και καίριος στα λόγια και στα αισθήματά του. Περισσότερα όμως προσεχώς.. Προς το παρόν ένας στίχος που μου άρεσε ιδιαίτερα: “Κλέβεις ανύποπτες στιγμέςγια να τις κάνεις ποιήματα,εσύ, ένας ένστολος εν υπηρεσία! Καλοτάξιδο…
7/18/2008 11:22 am
* * *

Monody
Ο Θοδωρής Βοριάς, είναι ένας σεμνός δημιουργός.
Είναι ο ποιητής που διασχίζει με αθόρυβα βήματατα δύσκολα τοπία των λέξεων. «…Ίσως έρχονταν μια γυναίκαΒγαλμένη από τ ’αρώματατης φλαμουριάς» και ακόμα «…Αν λιποθυμήσεις θα σε πάρω στα χέρια να σε απλώσω σ’ άλλο ποίημα» Ο Θοδωρής, είναι ο παρατηρητής που δεν περιγράφει απλώς αλλά ζωντανά αποτυπώνει « Τις νύχτες οδηγούνται, ιδρωμένοι,οι αιχμάλωτοι του έρωταπίσω από το Ποσειδώνιο. Μισόγυμνοι παραδίνονταισε στεναγμούς κι αγκαλιάσματα,στα σκοτεινά αποδυτήρια…» και ακόμα «…Έσταζε από υγρασία το δερμάτινο μπουφάν σου. Έτρεμαν τα χέρια του άλλου την ώρα της συναλλαγής-έρωτας και λεφτά,υποταγή και θράσος. Τα αρρωστιάρικα φώτα στο πάρκο της ΧΑΝΘ δεν εμπόδιζαν την πράξη,ίσα ίσα έσβηναν μοναχά τους σαν τα έπιανε ντροπή.» Όταν φυλλομέτρησα για πρώτη φορά το βιβλίο του Θοδωρήτο πρώτο που βιάστηκε να με χαράξει ήταν το ποίημα Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα το οποίο θεωρώ το ψηλότερο κύμα του. Οι Νυχτερινές επιπλοκές είναι το βιβλίο που θα σας κρατήσει τρυφερά το χέρι και θα σας οδηγήσει… « Σε μια φωτογραφία πώς να χωρέσει λίγος έρωτας κι απ’ το κορμί σου να στάξειμια σταγόνα θηλυκότητας στα δάχτυλά μου; »
Γιάννης Τόλιας
Υ.Γ. Με σήμα Γ και εν ώρα υπηρεσίας, γράφονται τα πιο ωραία ποιήματα!
7/18/2008 2:20 pm
* * *
Ignis
Εν ώρα υπηρεσίας Κλέβεις ανύποπτες στιγμές για να τις κάνεις ποιήματα, εσύ, ένας ένστολος εν υπηρεσία! Γέρνουν οι τοίχοι σ’ελέγχουν κάθε νύχτα, σε υποπτεύονται γιατί έσκυψες στο δρόμο ή γιατί βρήκες κάτι και το έβαλες στη τσέπη σου. Ήξερες να κρύβεις τα κλεμμένα λίγα παλιόχαρτα τσαλακωμένα, κρυμμένα μες στην τσέπη ήταν τα όνειρα κι οι στίχοι σου. Όταν έσφιγγε το κρύο έχωνες εκεί τα χέρια και τα ζέσταινες. Αυτό είναι όχι μόνον ένα από τα ωραιότερα και δυνατότερα ποιήματα της δεύτερης ποιητικής συλλογής του Θοδωρή Βοριά, μα ένα από τα ωραιότερα ποιήματα που έχω διαβάσει. Και το έχω δει στις δυο εκδοχές του, ένα αυτό στο βιβλίο τώρα, κι άλλο λίγους μήνες πριν, αλλού, δεν ξέρω ποιο από τα δυο να προτιμήσω, ειλικρινά! Είναι που η εικόνα που καθρεπτίζεται σε αυτό, ξεφεύγει από μια συνήθη περιγραφή και γίνεται θερμή, τόσο θερμή που η συμπάθεια της ανάγνωσης κυριεύει. Οι στίχοι, σκόρπιοι στο νου μέχρι να μαζωχτούν μαζί και να χτίσουν το ποίημα, γίνονται κάρβουνα στα χέρια αναμμένα, όταν η ίδια η ζωή τού επιτάσσει να είναι αλλού. Και πυρώνει το ποίημα ως να βρεθεί χαρτί, κι εκεί να κατατεθεί. Μαγική διαδικασία επώασης. Τροφής ειλικρινούς ζωής, από όσα αναδύονται, από αυτά τα σπαράγματα καθημερινότητας που συλλέγει η ματιά του, περιδιαβαίνοντας. Η φλόγα του δημιουργού που δεν παύει, που ανθίσταται στα άλλα, και μένει εκεί, ανεμοδείκτης, ωροδείκτης, σελιδοδείκτης του Είναι του. “….Δεν σηκώνω τα χέρια ψηλά, δε σκύβω το κεφάλι,στα βιβλία που τυπώνωθα βάλω για σελιδοδείκτη τη φωνή μου,κομμένη σε πέντε γράμματα: ΦΩΤΙΑ. Ο τοίχος τους δεν θ’αντέξει,χρόνια τρίβω πάνω του τα χέρια μου-έτσι μ’έμαθαν ν’ακονίζω το μαχαίρι.” Και γίνονται οι εικόνες, η νύχτα (που πάντα “κρύβεται στην τσέπη” ) τα ξεραμένα φύλλα, οι γκρίζοι δρόμοι, οι τοίχοι, λευκό χαρτί για να εγκατασταθούν επάνω τους οι στίχοι καθώς η μαύρη μολυβιά ταξιδεύει, και ταξιδεύει….ταξιδεύει την πορεία της μέσα στους χρόνους και την ζωή…για να μην τρομάζει τον ποιητή της αυτή η λευκότητα. Μια και πλέον την ορίζει.Δεν πρόκειται να ξεμάθει πια να γράφει.Έφτασε. Τώρα που έμαθα Τώρα που έμαθα να κρύβω λόγιακάτω από σωρούς ξεραμένων φύλλων,συνήθισα στο σκοτάδι Τώρα που έμαθα, αγγίζω τη νύχτα κι αυτή πονάει, αναπνέω μα δεν ζω με τ’οξυγόνο των γκρίζων δρόμων, μήτε του σπασμένου λιθαριού που ήταν κάποτε καρδιά. Τώρα που έμαθα, μπορώ ν’ ανοίγω την καρδιά μου, τη θάλασσα που την φοβόμουν, να μαζεύω σκουριασμένες άγκυρες τυλιγμένες γύρω από ευσυνείδητους καπετάνιους. Τώρα που έμαθα το μυστικό των λευκών χαρτιών -που δεν είν’ άλλοαπό τη μαύρη μολυβιά που ταξιδεύει- τρέμω τους άσπρους τοίχουςπου δεν έχουν πάνω τους σημάδιακι όλο νομίζω βλέποντάς τους πως ξεμαθαίνω πια να γράφω. Δεν αντιγράφω κανένα άλλο ποίημα, μην χαλάσω την ευχαρίστηση και την αδημονία του να προμηθευτούν οι αναγνώστες του Ποιείν τις Νυχτερινές Επιπλοκές.(όλη η ενότητα Ανιλίνες εξαιρετική, αδιάσπαστη, μα το ιδ’-”Στρατευμένος”- κορυφαίο!)
Από μένα, συγχαρητήρια.(και δεν είναι τυπική η λέξη)
Και καλοτάξιδο.
7/19/2008 7:21 am
* * *
Σωτήρης Παστάκας
Αυτό που εντυπωσιάζει στην ποίηση του Θοδωρή Βοριά και κερδίζει τον αναγνώστη από την πρώτη στιγμή, είναι η σεμνότητα και η λιτότητα λόγων και συναισθημάτων (όπως επισήμαναν οι προλαλήσαντες), η δυνατότητα της αποτύπωσης κι όχι της περιγραφής. Με άλλα λόγια η δημιουργία ενός κλίματος μέσα στο οποίο λαμβάνει τόπο η δράση των ηρώων κι από χειρονομίες είναι γεμάτα αυτά τα ποιήματα.Ο Θοδωρής Βοριάς είναι εδώ για να μας πει πως είναι ζωντανή η “σχολή της Θεσσαλονίκης”, με όλες τις αρετές που εξέθεσα πιο πάνω, και που την κάνουν ευκόλως διακριτή στην σύγχρονη ποιητική παραγωγή.Θοδωρή Βοριά, καλωσόρισες!
7/19/2008 8:05 pm
* * *
Γιάννης Βούλτος
Θοδωρής Βοριάς Ένας συνεπής και αξιόλογος τεχνίτης του λόγου. Μια γραφή ζωντανή, σε εξέλιξη.Μεστές ουσίας οι Νυχτερινές Επιπλοκές εμπλέκουν τον αναγνώστη τους στις βιωματικές, στις ξάγρυπνες νύχτες της Θεσσαλονίκης του Βοριά, όπου «Κανένας τοίχος δε φωνάζει ονόματα», όπου «Η νύχτα δεν παρηγοριέται με τ’ αδύναμα φώτα της πόλης».
7/19/2008 8:12 pm
* * *Giwrgos Beis
Symfwnw me ton Swtiri Pastaka. στις 7/20/2008 3:09 am
* * *
Dark Virtual Poetry
Ήταν ο μόνος που αποφάσισενα πάει πιο νωρίςστο ραντεβού με τ’ όνειρο.Οι υπόλοιποι μείναμε εδών’ αναρωτιόμαστε πως κατάφερεκαι έχασε με τόση επιδεξιότητα το ρολόι του για τον Θοδωρή Βοριά που οι στίχοι του“μιλάνε”
Καλοτάξιδο _Σκοτεινή Πριγκήπισσα_Ιούλιος 2008

* * *


Από τη σελίδα ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ
(
http://www.anemologio.gr/modules.php?name=News&file=article&thold=-1&mode=flat&order=1&sid=3135143#13454)
Σχόλιο του Γιώργου ΠύργαρηΜια πρώτη επαφή με τις "Νυχτερινές Επιπλοκές" του Θοδωρή Βοριά Ίσως είμαι ο πιο ακατάλληλος να μιλήσω για το έργο του Θοδωρή Βοριά «Νυχτερινές επιπλοκές». Ακατάλληλος για δύο λόγους. Ο ένας ότι δεν είμαι κριτικός, αλλά ένας συνοδοιπόρος του. Ο άλλος , ότι είμαι συναισθηματικά δεμένος μαζί του και άρα προκατειλημμένος.Θυμάμαι φέτος που βρεθήκαμε Θεσσαλονίκη. Κι ήμουνα ιδιαίτερα συγκινημένος. Είχα να ανέβω δεκατέσσερα χρόνια στην αγαπημένη μου πόλη. Από τότε που σπούδαζα. Έφυγα νέος φοιτητής και γύριζα με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Κάθε γωνιά και δρόμος, κάθε τοίχος και σοκάκι, μου θύμιζε κάτι απ’ τη φοιτητική ζωή και τη νιότη μου. Συγκίνηση που προσπαθούσα εντέχνως να κρύψω απ’ τους δικούς μου, μιλώντας λιγότερο. Ο Θοδωρής όμως, κατάλαβε τη φόρτισή μου από τη πρώτη στιγμή . Φάγαμε τη πρώτη μέρα στη Κρήνη όλοι μαζί. Γυναίκες και παιδιά. Περάσαμε ωραία αλλά δε μας έφτανε. Το άλλο πρωί, μια μουντή μέρα του χειμώνα, είχαμε δώσει ραντεβού σ’ ένα μικρό καφέ στην Αριστοτέλους. Οι δυο μας μονάχα. Να πούμε τα δικά μας. Με το Θοδωρή νιώθω σα νάμαι με έναν μακρινό αδερφό που συναντώ αραιά και όσο είμαι μαζί του, οι ώρες δε θέλω να τελειώσουν ποτέ. Περάσαμε ένα υπέροχο πρωινό μαζί συζητώντας, ώσπου σχεδόν μεσημέριασε. Αποχαιρετισθήκαμε στη παραλία. Μπροστά στο Λευκό Πύργο. Ακόμα θυμάμαι τα βουρκωμένα μάτια του.Αυτός είναι ο Θοδωρής Βοριάς. Ένας ευαίσθητος άνθρωπος που πνίγεται από συναισθήματα και μετατρέπει αυτό που το πνίγει σε ποίηση. Γι’ αυτό, θα επιχειρήσω όχι μια κριτική, αλλά μια ανάλυση, έτσι όπως εγώ είδα τις «Νυχτερινές επιπλοκές» του.«Νυχτερινές επιπλοκές» λοιπόν που θα μπορούσαν άνετα να ονομαστούν και «Επίκληση στη Νύχτα» από τις εκδόσεις ερωδιός. Ποιήματα γραμμένα σε πολυτονικό σύστημα, που εδώ όμως θα μετατρέψουμε σε μονοτονικό και ζητάω συγνώμη από τον Θοδωρή γι’ αυτό.Σε αυτή τη συλλογή λοιπόν, πραγματικά ο Βοριάς επικαλείται τη «Νύχτα» να τον μυήσει στις μικρές ή μεγάλες αλήθειες της. Το μότο του Χριστιανόπουλου στην αρχή της συλλογής «Δε ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας» δίνει το σύνθημα για μια καταβύθιση στο «σκότος-φως» της νύχτας. Η Νύχτα λοιπόν, μια αυστηρή μάγισσα-γυναίκα στέκει αγέρωχα απέναντι από το ποιητή και κείνος τη πλησιάζει.Ξέρεις πως κρύβωένα κομμάτι νύχταςμες στη τσέπη μουλέει ο ποιητής, μα δε μιλάει στον αναγνώστη. Μιλάει στην ίδια τη Νύχτα. Είμαι και γω δικός σου, της λέει, εμπιστέψου με, κάνε με να δω τα μυστικά σου. Είναι η ίδια επίκληση που κάνουν συνήθως οι ποιητές από την εποχή του Ομήρου στη Μούσα τους. Μόνο που η Μούσα εδώ είναι η ίδια η Νύχτα. Όχι το Απολλώνιο φως της ημέρας, αλλά το σκοτάδι. Τα κρυμμένα μυστικά. Ο Διόνυσος. Επίκληση στον Διόνυσο λοιπόν. Να τι είναι η συλλογή του Θοδωρή Βοριά «Νυχτερινές επιπλοκές» Και ο Διόνυσος γνέφει καταφατικά. Σηκώνει το μαγικό του ραβδί και οι πρώτες ρωγμές «Ρωγμές στη νύχτα» εμφανίζονται, αφήνοντας τον ποιητή να δει τα πρώτα φαντάσματα του θιάσου του Διόνυσου, που του γνέφουν να τους ακολουθήσει. Κάποιος που αντί για πρόσωπο, έχει ένα φεγγάρι και τραγουδάει με τα τριζόνια, μια γυναίκα βγαλμένη από τ’ αρώματα της φλαμουριάς, μαύρες μορφές που τον κρυφοκοιτάζουν, έτοιμες να ξεγεννήσουν μυστήρια και να υφάνουν όνειρα. Η Νύχτα-Διόνυσος, παίρνει από το χέρι το ποιητή και τον ξεναγεί. Μοιάζει σαν μια περιήγηση-απειλή μέσα στη πόλη, αλλά ο ποιητής δε φεύγει. Κουρασμένος από τις προσωπίδες της ημέρας, θέλει να μάθει. Και η Νύχτα αυστηρή και άφθαρτη μέσα στην αιωνιότητά της, τον ξεναγεί στα μυστικά της. Αφουγκράζεται τα ιδρωμένα κορμιά των ερώτων, προσπαθεί να αναγνωρίσει παλιές ανθρώπινες μορφές που και η ίδια αγάπησε κάποτε μα πουθενά. Οι παλιές μορφές που ήταν ολοζώντανες κάποτε και ίδρωναν μέσα της από έρωτα, είναι άφαντες στάχτες που τις σέρνει ο αέρας σα να πονάει και η ίδια η Νύχτα μαζί με τον ποιητή από την απουσία τόσων φθαρτών ανθρώπων που έζησαν μέσα της κάποτε και τώρα είναι στάχτη. Η φθαρτότητα των όντων μέσα στο χρόνο, τα αναπάντητα ερωτηματικά, το γιατί του τέλους και το αναπάντητο του προορισμού, σκόρπιες σκιές που κινούνται γύρω τους. Μα τα όντα δε χάνονται. Στη θέση τους αφήνουν χιλιάδες άλλα, που συνεχίζουν να θέλουν να ζήσουν απελπισμένα και να διαιωνιστούν. Συνεχίζουν να ιδρώνουν οι νέοι άνθρωποι και να κάνουν έρωτα μα ζουν επιδερμικά γιατί δε κοιτάνε μέσα στη νύχτα πραγματικά, μα περιφρονούν την αλήθεια της χιλιάδες βυθισμένοι στα όνειρα δε καταδέχονται ν’ ακούσουντους πλανόδιους νυχτερινούς θιάσους Να πάλι ο Διόνυσος με τη κουστωδία του. Και να ένα κοινό σημείο (αόρατος θίασος να περνά) με το Καβάφη. Ο ποιητής ακολουθεί τον Διόνυσο, τη Νύχτα και τους θιάσους. Μα που συμβαίνει αυτή η περιήγηση; Σε μια πόλη. Γνωστή; Μα φυσικά. Είναι η πόλη του Θοδωρή Βοριά η Θεσσαλονίκη. Σταματούν σε μια πλατεία. Στο Βαρδάρη. Τα όργανα του θιάσου σιωπούν. Ησυχία. Ο ποιητής κοιτάζει αμήχανα τον Διόνυσο κοιτάζει γύρω και μεμιάς καταλαβαίνει. Το πέρασμα του χρόνου, η φθορά, έχει επηρεάσει και τη κραταιά πόλη. Ο Βαρδάρης δεν είναι πια ο ίδιος. (Ποίημα «Οι διψασμένοι) Ό, τι μέχρι τώρα τον χαρακτήριζε, οι αδρές πινελιές του, οι εξοδούχοι φαντάροι, οι κινηματογράφοι, τα κόκκινα φανάρια του αγοραίου έρωτα, έχουν χαθεί. Όλα. Το τέλος μιας μεγάλης εποχής. Ο ποιητής πονάει τόσο πολύ, που δε καταδέχεται να δει τι αντικατέστησε αυτό που χάθηκε. Δε το κοιτάζει και δε τον ενδιαφέρει καν. Για να πάρει εκδίκηση όμως για τους διψασμένους για έρωτα που χάθηκαν απ’ το Βαρδάρη, φωνάζει στον Διόνυσο και στη Νύχτα, πως οι ποιητές τουλάχιστον παραμένουν στη θέση τους. Άφθαρτοι και αναλλοίωτοι. Οι διψασμένοι απόμειναν στα ποιήματαεκεί που είναι γραμμένακαι τα χρέη κάθε νύχτας Τουλάχιστον αυτό δεν άλλαξε στην αγαπημένη του πόλη. Οι ποιητές παραμένουν στις επάλξεις. Ένα σταθερό σημείο στο κλυδωνισμό και το γκρέμισμα του κόσμου του. Ο ποιητής και η Νύχτα δυο σταθερά σημεία στη πορεία του κόσμου. Το πρώτο μάθημα που παίρνει ο ποιητής, είναι η αντοχή του στη φθορά, το πέρασμα του χρόνου και τη καταστροφή. Ο θίασος ξαναρχινά τη μουσική του. Συνεχίζουν να προχωρούν μέσα στη πόλη, ενώ ο Διόνυσος ψιθυρίζει ανατριχιαστικά στο αυτί του ποιητή το ποίημα «Σκόρπιες σκιές»: Σκόρπιες σκιές στις κρεμασμένες σου κουβέρτες στο μπαλκόνι……………………………………………….................Σκόρπιες σκιές, γαντζωμένες αιωρούνται……………………Σκόρπιες σκιέςνοτίζουν υγρασία, τυλίγονται στην ομίχληακροβατούν στη πνευμονία του χαμάληστο χαμένο γάντιπου παράπεσε στων τραβεστί τα στέκια………………………………………………………………Σκόρπιες σκιέςβρίσκονται και ζευγαρώνουναλήθειες που πυρπολούν τα κεφάλια σας ακόμη και την ημέρα μα εσείς αρνείστε να τις δείτεΚάθε πρωί τινάζεις τις κουβέρτεςκαι ξανεμίζειςξεθυμασμένες ανάσες οργασμού
Και αυτοί, που όλοι θεωρούν απόβλητους, οι χαμάληδες και οι τραβεστί και όλοι του κόσμου οι πονεμένοι, είναι οι δικοί μου άνθρωποι υπαινίσσεται ο Διόνυσος. Αλλά κι εσύ ποιητή αγαπημένε του Διόνυσου, πρέπει να αφουγκραστείς αυτές τις σκόρπιες σκιές και τα φαντάσματα. Να τα δείξεις. Να ακούσεις το κλάμα τη νύχτα από τις γάτες, να νιώσεις τα δέντρα που ακόμη και τη νύχτα βλασταίνουν, την ομορφιά και το πόνο όλων των πλασμάτων, γιατί όλα μαζί είστε ένα. Δεν έχεις ποιητή παρά να πολεμάς τη μοναξιά με το μολύβι (και γω πάντα θα είμαι δίπλα σου) η ανάσα μου (θα) γιατρεύει τις πληγές σου Νύχτα, ποιητής και Διόνυσος είναι σύμμαχοι. Τροφοδοτούν την ημέρα με στοιχεία που θα ανανεώσουν τον κόσμο. Γιατί τίποτε δε χάθηκε, έστω κι αν φεύγουν οι άνθρωποι, έστω κι αν άλλαξε ο Βαρδάρης, έστω κι αν αλλάζουν οι εποχές. Ο κόσμος πεθαίνει και ξαναγεννιέται. Και συ ποιητή, πρέπει να παρακολουθείς όλα αυτά όρθιος και δυνατός. Και να ξαναγεννάς τον κόσμο. Γιατί στο βάθος ο κόσμος παραμένει ίδιος. Αλλά πρώτα, πρέπει να ομολογήσεις. Να βγάλεις ποιητή τη καθημερινή σου προσωπίδα και να εξομολογηθείς χωρίς φόβο. Να απογυμνωθείς μπροστά μου. Το ποίημα «Κρυφτό» είναι η πρώτη εξομολόγηση του ποιητή, η πρώτη απογύμνωση και η πληρωμή για να συνεχιστεί ο διάλογος με τη Νύχτα και τον Διόνυσο. Η χλωμή καθημερινή προσωπίδα βγαίνει και ο ποιητής φανερώνει ένα μυστικό που έκρυβε χρόνια μέσα του. Το ανασύρει από τη προσωπική του κρύπτη.
Στη σελίδα τριάντα οχτώσε φίλησα με τ’ αληθινά μου χείλησου μίλησα με τ’ αληθινά μου λόγιασε κοίταξα με τα μάτια της ψυχής μου
Είναι ένα προσωπικό μυστικό που φαίνεται να τον εξουθενώνει. Δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η αθώα αγάπη. Η απέραντη αγάπη χωρίς φόβους και ενοχές. Το κουβαλάει μέσα του χρόνια αυτό το επικίνδυνο μυστικό, μα δε διστάζει να το ομολογήσει γαλήνια στη Νύχτα και να δώσει μια υπόσχεση στο Διόνυσο: σα φτάσουμε μια μέρα στον επίλογοθα εγκαταλείψω τη χλωμή μου προσωπίδαλάφυρο, στους περαστικούς γιατί δε μπορώ από τώρα να την βγάλω για πάντα, δε μπορώ να μείνω ανάμεσα στους ανθρώπους ολόγυμνος και χωρίς προσωπίδα μη τύχει και καταλάβουνε τη κρύπτη μας δεν είναι έτοιμος ακόμα ο κόσμος να ζήσει χωρίς προσωπίδες. «Είναι νωρίς ακόμη μέσα στο κόσμο αυτόν/δε έχουν εξημερωθεί τα τέρατα» έλεγε κι ο Ελύτης. Χρειάζονται ακόμα οι προσωπικές κρύπτες. Μα ο Διόνυσος και η Νύχτα, θέλουν κι άλλη πληρωμή. Κι άλλο ξεγύμνωμα. Γι’ αυτό ο ποιητής συνεχίζει την ομολογία. Το ποίημα «Πάνω μου κρύβω τα κλεμμένα» είναι η δεύτερη εξομολόγηση και πληρωμή. Πάνω μου κρύβω κλεμμένα κομμάτιααπό ξένα ποιήματα που δεν είναι άλλο, παρά μια ομολογία ενοχής για τις παγωμένες πληγές των αδερφών του ποιητών, που δε πρόσεξε κανένας. Κλέβει τα γραμμένα κομμάτια τους, που κάποτε πύρωναν και τα ξαναγράφει για να τα αναστήσει. Και να αναστήσει μαζί με αυτά, τους ξεχασμένους αδερφούς του. Μα θυμώνει με έναν σάτυρο που καπνίζει , δε τον ακούει και μοιάζει μάλλον να τον κοροϊδεύει Θέλεις να σβήσεις το τσιγάρο σουπάνω στις πιο κακές συνήθειές μου Και συνεχίζει θυμωμένος: (Εμένα που κοροϊδεύεις) Με φοβούνται τα πεζοδρόμιαοι γραμμένοι τοίχοικι οι μισοκολλημένες αφίσες που προσκύνησαν
Φοβάσαι να με κοιτάξεις στη καρδιάνα μου τραβήξεις τα αγκάθια ένα ένα
Ξέρεις καλά, αιμορραγώ εδώ και χρόνια
Οργή απέναντι στον σάτυρο. Ομολογία χρόνιας αιμορραγίας και πόνου. Μα και ομολογία δύναμης. Εμένα (τον ποιητή) με φοβούνται τα πεζοδρόμια και όσοι προσκύνησαν! Χάιδεψε τα κόκκινά μου αποτυπώματα πάνω στα κλοπιμαίαμουτζούρωσέ τα να με νοιώσεις Θυμίζει τίποτα; Ο σάτυρος μεταμορφώνεται στον άπιστο Θωμά, που ο Χριστός-ποιητής τον καλεί να τοποθετήσει το δάχτυλό του πάνω στις πληγές των καρφιών. Επί των τύπο των ήλων. Πονάω! φωνάζει στην Νύχτα και τον θίασο του Διόνυσου ο ποιητής, ελάτε να δείτε τις πληγές μου! Βάλτε τα δάχτυλά σας πάνω τους! Ο θίασος με αρχηγό τον Διόνυσο, τη μάγισσα Νύχτα, τον ποιητή και τους σατύρους συνεχίζει τη περιήγησή του μέσα στη πόλη, όπου ακολουθούν τέσσερα ποιήματα «Πίσω από το Ποσειδώνιο» «Συναλλαγή» «Δε φυλάγεσαι πια» «Άλλοι τα λένε κύματα» με έντονες επιρροές από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Παράνομοι έρωτες στα σκοτεινά αποδυτήρια, ερωτικές συναλλαγές με λεφτά, μισόγυμνοι αιχμάλωτοι του έρωτα, αγρύπνιες και ερωτικός παροξυσμός κοντά στη θάλασσα. Ο Διόνυσος δείχνει τα πάντα στο ποιητή. Δε του κρύβει τίποτα. Δείχνει στο ποιητή τα παιδιά του. Από μία άποψη, είναι και μια ανταμοιβή για την απογοήτευση που ένιωσε ο ποιητής στο Βαρδάρη. Οι διψασμένοι για έρωτα, αν και τους στέρησαν την ιστορική τους πλατεία, συνεχίζουν να υπάρχουν μαζί με τη δίψα τους και βρίσκουν άλλα στέκια στη πόλη να ξεδιψάσουν. Στο ποίημα «Επιδημία» ο θίασος σταματά σε έναν πολυσύχναστο δρόμο γεμάτο βιτρίνες. Θα μπορούσε να είναι Τσιμισκή και Γούναρη ή κοντά στη Διαγώνιο. Ο ποιητής ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι το σώμα του αρχίζει να κιτρινίζει. Και όλοι του θιάσου να κιτρινίζουν. Ο Διόνυσος τον παροτρύνει να γδυθεί για να δει το κίτρινο σώμα του. Βγάλε τα ρούχα σου να δειςπως σκαρφαλώνει στο κορμί σου το κιτρίνισμαΒγάλτα, δε θα τα σκορπίσω εδώ κι εκείτώρα είμαστε μέσα στο κόσμοθα τα κρατήσω με επιμέλεια Πάμε πιο κάτωμας κοιτάζει κι ένας κατακίτρινος ζητιάνος Τ
ο κιτρίνισμα, αν δεν είναι επίγνωση αρρώστιας, είναι επίγνωση της αλήθειας και του πόνου. Επίγνωση που έχει όμως και ένας ζητιάνος. Παιδί του Διόνυσου κι αυτός -θα μπορούσε να είναι στο θίασό του- και φυσικά εκλεκτός συγγενής του ποιητή, γνωρίζει και κείνος τα μυστικά της νύχτας. Είναι συν-κοινωνός του κιτρινίσματος, της αλήθειας και των μυστηρίων. Η προτροπή του Διόνυσου να βγάλει ο ποιητής τα ρούχα και ειδικά ο στίχος «θα τα κρατήσω με επιμέλεια» παραπέμπει στον Μυστικό Δείπνο του Χριστού και στη σκηνή που ο Χριστός γίνεται υπηρέτης και πλένει τα πόδια των μαθητών του. Εδώ ο Διόνυσος, γίνεται υπηρέτης του ποιητή «κρατώντας με επιμέλεια τα ρούχα του» και βαδίζοντας πίσω του. Σκηνή που δηλώνει την «σημαντικότητα» του ποιητή στη πορεία του κόσμου. Δε του αρέσει όμως του Διόνυσου εκεί και δηλώνει εδώ την πρώτη του αδυναμία Πάμε πιο κάτωτα όνειρα της βιτρίνας μας σκοτώνουν Το εμπόριο, τα κέρδη και τα χρήματα είναι αρρώστια. Δε ταιριάζουν με το όραμα του ποιητή και του Διόνυσου. Πρόκειται για την δεύτερη εμφανή στιγμή σε αυτό το ποίημα, που ο Θοδωρής Βοριάς κάνει έμμεση αναφορά στον Χριστό. Στο νου μας, έρχεται η σκηνή στο ναό, που ο Χριστός έδιωξε τους εμπόρους και τις πραμάτειες με το μαστίγιο. Είναι επίσης η πρώτη υπόνοια, πως Διόνυσος και Χριστός είναι ένα. Και περνάμε στα τέσσερα ποιήματα του «Επισκεπτηρίου» Στα τέσσερα (α,β,γ,δ) ποιήματα του «Επισκεπτηρίου» οι ρόλοι αλλάζουν. Έχουμε μια αντιστροφή. Ξεναγός εδώ είναι ο ποιητής και καλεί τον Διόνυσο και τον θίασό του (αφήνει έξω την Νύχτα γιατί σε αυτά τα ποιήματα, όπως θα δούμε παρακάτω, την θεωρεί δεσμοφύλακα) να μετατραπούνε σε ακροατές για να τους ξεναγήσει στο κελί του. Υπάρχει έντονη η αίσθηση της φυλακής ή του φυλακισμένου, εξ ου και ο τίτλος «Επισκεπτήριο» Ο Διόνυσος-ακροατής λοιπόν, επισκέπτεται τον ποιητή στη φυλακή και το κελί του. Πρόκειται για ένα μονόπρακτο-μονόλογο του ποιητή και ο Βοριάς εδώ επαναφέρει το δυνατό του σύμβολο, που επανέρχεται συχνά στη ποίησή του και τείνει να τον χαρακτηρίσει. Και το σύμβολο αυτό δεν είναι άλλο από τους τοίχους. Οι ξεβαμμένοι τοίχοι που κρύβουν κάτω από τις στρώσεις των χρωμάτων, την ιστορία και την αλήθεια. Την αλήθεια, που η εξουσία με τα συνεχή βαψίματα, προσπαθεί να κρύψει. Ο ποιητής όμως, ταγμένος ενάντια σε τέτοιες εξουσίες, προσπαθεί να φανερώσει την αλήθεια. Σκάβει ακόμη και με τα νύχια το γυαλισμένο χρώμα για να ανακαλύψει την αλήθεια, την ελευθερία και αν είναι δυνατόν να δραπετεύσει. Ο ακροατής πια Διόνυσος, προτρέπεται από τον ποιητή μπαίνοντας στο κελί του, ν’ αφήσει τις φωνές και τα λόγια και με τη σειρά του τη προσωπίδα. Να απογυμνωθεί ο επισκέπτης, για να γνωρίσει την απελπισία του ποιητή. Το σουρεαλιστικό κελί του, είναι ένα παράξενο δωμάτιο, με ξεβαμμένους τοίχους απ’ τη προσπάθεια του ποιητή να ανακαλύψει την ιστορία που κρύβουν μέσα τους. Εκεί μέσα, φυσάει μόνιμα Βαρδάρης, τα τζάμια είναι σπασμένα και κυριαρχεί μια έντονη μυρωδιά απελπισίας και ένδειας. Ο ποιητής, χωρίς αυταπάτες, γνωρίζει ότι ο αγώνας του δεν είναι προσωπικός. Πιστός στο παραδοσιακό του ρόλο, γνωρίζει ότι είναι απελευθερωτής των ανθρώπων. Έχει αναλάβει χωρίς αναστολές αυτό το ρόλο και έχει επίγνωση της σπουδαιότητάς του. Γνωρίζει, ότι απ’ τις δικές του προσπάθειες, εξαρτώνται πολλοί. Είναι όμως ένας απελευθερωτής αντικοινωνικός. Τα χέρια μου ξέμαθαν τις χειραψίες Δεν χαίρεται, δεν ενθουσιάζεται με τίποτα. Χωρίς αυταπάτες. Αυτό που μπορεί να του δώσει μια αχνή χαρά, είναι κάποια μελλοντικά άρθρα εφημερίδων για το έργο του Τότε θα μου τις φέρειςνα τις απλώσω και να καλύψω το τοίχο Το γ΄ επισκεπτηρίου είναι ποίημα αυτογνωσίας. Γιατί δε μπορείς να μιλάς για την ελευθερία κανενός, αν δε γνωρίζεις τον εαυτό σου. Ο ποιητής εδώ ομολογεί πως έχει δύο ζωές. Η μία είναι πρωτόγονη, Διονυσιακή, κατεβαίνει απ’ τα βουνά με άγανα στα πόδια και παίζει στα πάρκα και τις γειτονιές της πόλης με τα αγάλματα της Αφροδίτης και του Άρη. Η αληθινή φύση του λοιπόν, είναι ερωτική και άγρια, ο έρωτας και ο πόλεμος η αλήθεια του. Θέλει να βάλει φωτιές και να κάνει έρωτα. Γνωρίζει όμως ότι αυτή η ζωή του παρακολουθείται Την κοιτάζουν κρυφά οι φοβισμένοιτην παρακολουθούν από το δορυφόρο οι τεχνοκράτες Η δεύτερη ζωή του είναι η τυποποιημένη καθημερινή, με τα κουστούμια, τους κανόνες και τα πρέπει. Δε του αρέσει όμως αυτή η ζωή και θέλει να σβήσει το αποτύπωμά της στο τοίχο. Και το κάνει με τόση δύναμη, που φορές νομίζει πως θα γκρεμίσει το τοίχο
Ο τοίχος τους δε θ’ αντέξειχρόνια τρίβω πάνω του τα χέρια μου
Είναι μία ψευδαίσθηση, που του δίνει όμως την απαραίτητη δύναμη και ελπίδα, για να συνεχίσει να ζει σε αυτό το κελί. Και φτάνουμε στη πιο συγκλονιστική στιγμή του «Επισκεπτηρίου» στο τμήμα δ΄ όπου ο ποιητής απευθυνόμενος στον επισκέπτη-Διόνυσο-ακροατή, φανερώνει το μεγάλο του μυστικό
Περιμένεις να βγάλω απ’ το συρτάρι τη σημαίαμε τον άσπρο σταυρό, το σταυρό που κοκκίνισεαπ’ τη ζωή, απ’ το κρασί και το αίμα.Βιάζεσαι να ψηλαφίσεις τα σημάδιααπ’ τα καρφιά στα χέρια όλων των Ελλήνων.
Πρόκειται για την μεταμόρφωση του Διόνυσου στον Χριστό. Η σημαία με το σταυρό που κοκκίνισε απ’ τη ζωή, το κρασί και το αίμα, είναι το κρυφό χαρτί που ο ποιητής κρύβει στο συρτάρι του. Εδώ δεν υπάρχει Θεσσαλονίκη, ούτε Βαρδάρης. Υπάρχει Ελλάδα και Έλληνες, που είναι όλοι τους μικροί Εσταυρωμένοι-Διόνυσοι. Το σύμβολο του χριστιανισμού για τον Βοριά, είναι σύμβολο του Διόνυσου. Το σύμβολο του μαρτυρίου που βιώνουν όλοι οι Έλληνες. Και οι άνθρωποι. Χριστός, Διόνυσος, ποιητής και λαός είναι ένα. Και προτού φανερώσει το επόμενο λυτρωτικό μυστικό του, διώχνει ευγενικά τον επισκέπτη, επισημαίνοντάς του, πως βρίσκεται στη φυλακή και θάρθουν σε λίγο οι δεσμοφύλακες να σημάνουν το σιωπητήριο των δέκα. Οι τόνοι πέφτουν, ο ποιητής δείχνει (φαινομενικά) κουρασμένος Ήρθε η ώρα και πρέπει να φύγεις ……………………
Η νύχτα (δεσμοφύλακας) θα σταματήσει το βηματισμό τηςθα ρίξει μια κλεφτή ματιά…………………………. ………………………………………-σίγουρη πως δε θα δραπετεύσω-………………………..
και θ’ αποκοιμηθεί και τότε Θα ξεδιπλώσω τη σημαία και θα’ ρθω στους δρόμους! Τρομερή ενέργεια που εκπλήσσει, τη στιγμή ακριβώς που εκφράζεται. Ο Επισκέπτης είναι σχεδόν κουρασμένος κι αυτός, έτοιμος να φύγει αφήνοντας τον ποιητή στο κελί του, να παλεύει με τα δικά του φαντάσματα. Μα οι δύο τελευταίοι στίχοι, απελευθερώνουν μια καταπληκτική ενέργεια. Δε φτάνει η ποίηση, λέει ο Βοριάς. Ο ποιητής πρέπει να δραπετεύει κάποτε από το κελί του και να βγαίνει μαζί με το λαό του στους δρόμους. Θα βρεθούμε στους δρόμους, εκεί που ενώνονται όλοι με όλα. Αυτό είναι το επόμενο ραντεβού του ποιητή με τους επισκέπτες του. Και νομίζω πως κάπου εδώ, οι «Νυχτερινές επιπλοκές» έχουν εκπληρώσει το στόχο τους. Τα υπόλοιπα ποιήματα μέχρι τις «Ανιλίνες» θεωρώ ότι είναι ποιήματα ημέρας και όχι νύχτας. Δεν υπάρχουν σκιές και φαντάσματα. Ο ποιητής έχει εκπληρώσει το νυχτερινό του ταξίδι, γνωρίζοντας όμως πως τα φανάρια των δρόμωνδε σταμάτησαν ν’ αναβοσβήνουν δεν έχασε την επαφή με τη πραγματικότητα. Τα επόμενα ποιήματα είναι ποιήματα περισυλλογής που ο ποιητής παλεύει πάλι με την ιστορία και τα συνθήματα στους τοίχους. Και μετά τη μοναδική αναφορά για Έλληνες που παραπέμπει στην σημειολογική Ελληνική πόλη, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη μαγεμένος αιώνια απ’ αυτήν , σα να μη θέλει να τη προδώσει ποτέ. Περπατάει ξανά στους δρόμους της Βενιζέλου, Μητροπόλεως και Εγνατία, σε όλη τη πόλη, όπου πια κυριαρχούν τα νόμιμα γκράφιτι που τα κάνει ο καθένας μέρα μεσημέρι, ταπεινές εικόνες από το δρόμο, ακρόαση από το ραδιόφωνο που τον ενώνει με τις ειδήσεις του κόσμου, εμπόλεμες ζώνες, φωτιές στα δάση, η ομολογία σε έναν φίλο πως γράφει στίχους
μ’ ένα στίχοχαράζονται οι διαχωριστικές γραμμές
ο ένστολος που εν ώρα υπηρεσίας κλέβει ανύποπτες στιγμές για να τις κάνει ποιήματα, ενώ και γι’ αυτό ακόμη οι τοίχοι γέρνουν και τον ελέγχουν κάθε μέρα και η νίκη τουλίγα παλιόχαρτα τσαλακωμένα κρυμμένα μες στη τσέπηήταν τα όνειρα κι οι στίχοι σου μικρές ψυχές ελευθερίας όμως , υπερπολύτιμες γιατί
Όταν έσφιγγε το κρύοέχωνες τα χέρια και τα ζέσταινες
Τα ιδανικά είναι απαραίτητα για το Βοριά, αλλιώς η ζωή δεν έχει νόημαΠιστέψουν δε πιστέψουνκατέβα στο υπόγειοκαι διάλεξέ τους τα πιο λαμπρά ιδανικάκι αστέρια να τους φέρεις
Δε θα μιλήσω εδώ για τις Ανιλίνες, γιατί πιστεύω ότι είναι κάτι διαφορετικό και αξίζει ιδιαίτερης προσοχής. Ίσως το κάνω κάποια άλλη στιγμή. Σε αυτή τη συλλογή ο Θοδωρής Βοριάς, συζητάει με τα φαντάσματα και εξομολογείται. Επικοινωνεί με την Νύχτα, τον Διόνυσο, τους σατύρους, τα ξωτικά και τις σκιές τις νύχτας, τον ίδιο το Χριστό που είναι εν τέλει ο ακροατής και ο αναγνώστης. Κεντρικό πρόσωπο στη συλλογή είναι ο ποιητής και η πόλη του. Ο ποιητής για τον Βοριά, είναι πιστός στις επάλξεις, ένας απελευθερωτής που σκαλίζει τη μνήμη να συνταιριάσει τις αλήθειες και τα γεγονότα για να τα χρησιμοποιήσει στο μέλλον για τους ανθρώπους. Ο ποιητής είναι συνάμα και ένας φυλακισμένος. Και πολλές φορές αντικοινωνικός. Γιατί μονάχα έτσι θα δοθεί ολόψυχα στο έργο του. Ποίηση όμως και πράξη, πάνε μαζί για το Θοδωρή Βοριά. Η σημαία με το σταυρό, είναι γι' αυτόν το μεγάλο λάβαρο, το μεγαλύτερο ιδανικό που χρειάζεται για να πορευτεί η Ελλάδα, ενώ πιστεύει πως ο Χριστός είναι συνέχεια του Διόνυσου. Θα μπορούσε κανείς να πει πολλά μα θα ήθελα να μείνω σε αυτή τη πρώτη επαφή, χωρίς να επεκταθώ άλλο. Ας το αφήσουμε μόνο του να πετάξει.Καλοτάξιδο Θοδωρή

Γιώργος Πύργαρης
Αύγουστος 2008

* * *

Από την ιστοσελίδα του Γιάννη Ρηγόπουλου http://giannisrigopoulos.blogspot.com/Σχόλιο Γιάννη ΡηγόπουλουΘοδωρής Βοριάς ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣΠοιήματαΕκδόσεις «Ερωδιός»Η νύχτα είναι γεμάτη μυστικά, γεμάτη φαντάσματα, φόβους, έρωτες και αρνήσεις. Είναι μάγισσα. Με τις πολλές υποσχέσεις της σε φυλακίζει. Φυλακίζει τη σκέψη σου και τα όνειρα σου.Στην ποιητική συλλογή «Νυχτερινές Επιπλοκές» ο Θοδωρής Βοριάς αποτύπωσε τα σημάδια της νύχτας. Περπατώντας τους δρόμους της Θεσσαλονίκης, τα πάρκα της έκανε τη συγκομιδή των στίχων «κρύβοντας ένα κομμάτι νύχτας μες την τσέπη του», γιατί τη νύχτα τη νιώθει στο κορμί του.Τους έρωτες της νύχτας μέσα στην ποίηση τους βαφτίζει, να τους πιουν οι διψασμένοι μη και ξεδιψάσουν.«Οι διψασμένοι για έρωταδεν κατεβαίνουν στο Βαρδάρι.Πρώτα είχαν ξεκόψει απ΄ την πλατείαοι εξοδούχοι φαντάροιύστερα έκλεισαν οι κινηματογράφοικι έσβησαν τα κόκκινα φανάρια.Όσα χρωστούσαν τα σκοτάδιαστους νυχτόβιους της πιάτσαςπάνε χαμένα.Οι διψασμένοι απόμειναν στα ποιήματαεκεί που είναι γραμμένακαι τα χρέη κάθε νύχτας.»«Οι διψασμένοι»Αλλά κι όταν πολεμάει τη μοναξιά στην ποίηση καταφεύγει«Νιώθεις τους τοίχους στο δωμάτιονα σε κοιτάζουν με τα μάτια μου.Ακούς τις γάτες απέξωνα κλαίνε τους έρημους δρόμουςτα δέντρα να βγάζουν βλαστάρια.Πολεμάς τη μοναξιά με το μολύβιη ανάσα μου γιατρεύει τις πληγές σου.Αν λιποθυμήσειςθα σε πάρω στα χέριανα σ΄ απλώσω σ΄ άλλο ποίημα.»«Νιώθεις τους τοίχους»Μέσα στη νύχτα ο έρωτας και η υποταγή - αδιέξοδο.«Ανάμεσα στα λιγοστά σου όνειραέβρισκες και κανένα πάρκο,η νύχτα αγαπάει τέτοια μέρη.Έσταζε από τη υγρασίατο δερμάτινο μπουφάν σου,έτρεμαν τα χέρια του άλλουτην ώρα της συναλλαγής-έρωτας και λεφτάυποταγή και θράσος.Τα αρρωστιάρικα φώταστο πάρκο της ΧΑΝΘδεν εμπόδιζαν την πράξη,ίσα ίσα έσβηναν μονάχα τουςσαν τα έπιανε ντροπή.»«Συναλλαγή»Τα ποιήματα έχουν προσωπικό ύφος, είναι λιτά και καίρια σε λέξεις και συναισθήματα. Είναι πολλές φορές γεμάτα αίμα, από όνειρα και αποχωρισμούς.«Αλλιώς η νύχτα δεν περνάπες τους για το υπόγειο του σπιτιού,για τη στοίβα τα σβησμένα αστέρια,για τις ιδέες που βρήκες τυλιγμένεςσε μια σημαία μισοκαμένη,για τις παλιές αρβύλεςπου οι ξεραμένες λάσπες τουςτραγουδάνε τις νύχτες εμβατήρια.Πιστέψουν δεν πιστέψουνκατέβα στο υπόγειοκαι διάλεξε τους τα πιο λαμπρά ιδανικά,κι αστέρια να τους φέρεις.Να τα προσφέρεις,«για να θυμάστε τον παππού…»να πεις.Ύστερα βάλε τις παλιές αρβύλεςδίπλα στο κρεβάτι,σαν θα σηκώσουν το νεκρόμη τις ξεχάσουν.»«Αναθήματα»Και όταν ανακαλύπτεις την αλυσίδα που έβλεπες στα όνειρα σου «Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα/ σαν παλιά φωτογραφία»Τώρα που έμαθε να κρύβει λόγια, ας μη φοβάται. Δεν ξεμαθαίνεις.«Τώρα που έμαθα να κρύβω λόγιακάτω από σορούς ξαραμένων φύλλωνσυνήθισα το σκοτάδι.Τώρα που έμαθα,αγγίζω τη νύχτα κι αυτή πονάει,αναπνέω μα δε ζω με τ΄ όξυγόνοτων γκρίζων δρόμων,μήτε του σπσσμένου λιθαριούπου ήταν κάποτε καρδιά.Τώρα που έμαθα,μπορώ ν΄ ανοίγω την καρδιά μου,τη θάλασσα που τη φοβόμουν,να μαζεύω σκουριασμένες άγκυρεςτυλιγμένες γύρω από ευσυνείδητους καπετάνιους.Τώρα που έμαθατο μυστικό των λευκών χαρτιών-που δεν ειν΄ άλλοαπό τη μαύρη μολυβιά που ταξιδεύει-τρέμω τους άσπρους τοίχουςπου δεν έχουν πάνω τους σημάδιακι όλο νομίζω βλέποντάς τουςπως ξεμαθαίνω πια να γράφω».«Τώρα που έμαθα»Η νύχτα μας προστατεύει με τα μικρά και τα μεγάλα μυστικά. Με τα ψέματα και τις ονειροπολήσεις. Με τις κραυγές και τις σιωπές της. Με τη σημαία της, μαύρη, σαν την επανάσταση και κόκκινη, σαν το αίμα.«Τις νύχτες ξαπλώνει κι ονειρεύεταιανθρώπους που παραμένουν άνθρωποι,κι ύστερα-τόσα χρόνια το ίδιο όνειρο-μαζεύει σκόρπια κουρέλια αξιοπρέπειαςνα ράψει μια σημαία για το τέλοςγια να σκεπάσει την καρδιά τουστην εξόδιο ακολουθία».«Στρατευμένος»
Γιάννης Ρηγόπουλος
Αύγουστος 2008

* * *

Κωνσταντίνος Μπούρας
Θοδωρής Βοριάς, Το τρύπιο ταβάνι και Νυχτερινές επιπλοκές, εκδόσεις «ερωδιός», ποιήματα.
Χαιρετίζω μία νέα ποιητική φωνή αυτούσια, αυτόφωτη και αυτεξούσια. Φωνή λυρική και διακριτικά μεταφυσική, μέσα στην παγιδευμένη, ανέκφραστη, σχεδόν πληγωμένη ευαισθησία της. Ποιήματα λιτά σαν μαχαιριές στο κορμί της αξημέρωτης νύχτας, εκσπερματώσεις φωτός στα μαύρα σκοτάδια της αστικής ζωής. Η Θεσσαλονίκη πρωταγωνιστεί στα καλαίσθητα αυτά βιβλιαράκια με τα καλοτυπωμένα – σε πολυτονικό με βαρείες – ποιήματα. Απόηχοι του νυχτερινού ερωτισμού του Ντίνου Χριστιανόπουλου, απόηχοι της «ατσαλάκωτης ζωής» του δημόσιου υπάλληλου Κώστα Καρυωτάκη, η ξεψυχισμένη αγωνία της Μαρίας Πολυδούρη που ένιωθε ότι είχε γεννηθεί σε λάθος τόπο, σε λάθος χρόνο, ή και τα δύο μαζί… Η Θεσσαλονίκη του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, η Ελλάδα και η γαλάζια σημαία με τον άσπρο σταυρό, έρημες πλαζ και ερωτικά αποδυτήρια, ένστολοι που γράφουν ποιήματα εν ώρα υπηρεσίας, φαντασιώσεις γυμνών γυναικών, και ονειρώξεις εις αναζήτησιν μίας χαμένης – ή ξεχασμένης – θηλυκότητας… Η επανάσταση ανέφικτη, αυτό-ακυρωμένη από την ανία και τα προσωπεία της αστικής ζωής. Τα συνθήματα στους στίχους, οι στίχοι στο λευκό χαρτί, τα αστέρια στο μαύρο σεντόνι του ουρανού… Ιδού ο κόσμος του «αστεροκλέφτη» ρομαντικού ποιητή Θοδωρή Βοριά. Και η νοσταλγία των βουνών, της άγριας φύσης, της μη εξημερωμένης και αξημέρωτης. Η νύχτα είναι καταφύγιο και πατρίδα για τον λυρικό ποιητή που συναντάει εκεί του ερωτισμού του τα οράματα, και τα αθανατοποιεί εξασθενίζοντας και καταγράφοντάς τα…
Κωνσταντίνος Μπούρας
www.konstantinosbouras.grΑύγουστος 2008

***

Από την ιστοσελίδα ΑΙΣΘΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Σοφίας Στρέζου
Πως μας τυλίγει η νύχτα απαλά, τρυφερά αν και βοριάς; Πως μας αγγίζει εκείνη η περισπωμένη στο επίθετο του Θοδωρή Βοριά. Πως μας ξυπνάει μνήμες σαν σεργιανάμε στην ποιητική του συλλογή Νυχτερινές Επιπλοκές που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ τον Μάρτιο του 2008;Όλη η ποίηση είναι γραμμένη σε πολυτονικό σχήμα να μας θυμίζει πως κάποτε χρησιμοποιούσαμε μια γλώσσα πλούσια σε τόνους και πνεύματα.Κάθε του σκέψη, κάθε του αίσθημα πολύεδρα σώματα που αναζητούν συντροφιά στους δρόμους της πόλης. Γράφει απελευθερωμένος από επιρροές αλληλοσυγκρουόμενες, όχι απλά για να επικοινωνήσει με τους άλλους, αλλά για να καταγράψει κυρίως ότι συμβαίνει γύρω του και φυσικά μέσα του.Υπάρχει το άλογο στοιχείο της συνείδησης που τον διεγείρει και γίνεται ηθικός αυτουργός και δέκτης εικόνων και συγκινήσεων που τις μεταφέρει στην ποίησή του.Υπάρχει η έντονη συναισθηματική παρουσία την οποία και αντικαθιστά με μια αισθησιακή τάξη . Μέσα στο ομιχλώδες τοπίο του Λόγου ο Θ.Β. προχωρά με το βλέμμα στραμμένο στον ορίζοντα της αληθινής ποίησης, μιας ποίησης που είναι αμάλαγη στην αλήθεια της.Έμπνευση και κίνητρο γίνεται πολλές φορές η ίδια η πόλη του, η Θεσσαλονίκη και οι άνθρωποι που την κατοικούν.Αναζητά τις "ρωγμές στη νύχτα" και τα κομμάτια της κρύβει πολλές φορές."Ξέρεις πως κρύβωένα κομμάτι νύχταςμες στην τσέπη μου"Εκείνη γίνεται η μούσα του που περιπλανάται. Οι σκιές της ακουμπούν στον Βαρδάρη, στο Λιμάνι, στο Ποσειδώνιο κολυμβητήριο. Με τον έρωτα να αναζητά τις ανάσες του πότε αγοραία και πότε αιχμάλωτα να ξεψυχά, στα γνωστά στέκια της πόλης, στο πάρκο της ΧΑΝΘ.Γίνεται τρυφερός, λυρικός, μετέωρος στο ταξίδι του και μας παρασέρνει με την γλυκύτητα του λόγου του."Άν λιποθυμήσειςθα σε πάρω στα χέριανα σ' απλώσω σ' άλλο ποίημα"Με λειψό φεγγάρι θα χτυπηθούν τα κορμιά για ν' αγκαλιαστούν μετά στην άκρη μιας θάλασσας. Σπαράσσονται με βία. Δεν είναι κύματα, είναι οι σκιές που ξεσκίζουν με βία τα ρούχα κι ερωτεύονται."Χτυπιούνται, αγκαλιάζονται,γίνονται πόλεμος, έρωταςκαι πυρετός της νύχτας""Εχθροί και φίλοι οι δρόμοι που περπάτησες" . Μητροπόλεως-Βενιζέλου-Εγνατία. Δρόμοι γνωστοί σε όλους, οικείοι, αγαπημένοι μιας πόλης αγαπημένης. Πόσες φορές δεν τους περπάτησε ο ποιητής και μαζί του κι εμείς κουβαλώντας την μυσταγωγία της χαράς ή της σιωπής.Ακόμα κι οι τοίχοι αποκτούν τη σημειολογία με τα κάθε είδους μηνύματα που φιλοξενούνται σ' αυτούς και βουλιάζουν. Γίνονται το θέατρο μορφών από γκράφιτι και συνθήματα που ζητούν την αφύπνιση των περαστικών. Μιλάει ο τοίχος κι ο ποιητής αφουγκράζεται.Ξεδιπλώνεται η γραφή του "κάτω από σωρούς ξεραμένων φύλλων" με φθινόπωρα και ζεστούς χειμώνες και τις νύχτες που δεν φοβάται ανοίγει τα φύλλα της καρδιάς του για να εισβάλλει όλο το φως μιας γραφής που μας αποκαλύπτει τα μυστικά του Λόγου του.Σοφία ΣτρέζουΙανουάριος 2009

***

Περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τχ.12 "Νυχτερινές επιπλοκές"Σχόλιο του Βαγγέλη Σερδάρη
"Ξέρεις πως κρύβωένα κομμάτι νύχταςμέσα στην τσέπη μου."Το σκοτάδι με φόβιζε, τις επιπλοκές τις απέφευγα, η νύχτα μ' άρεζε με τους φόβους της. Ποίηση νυχτερινή, ποίηση ερωτική. με προσωπικές στιγμές, με αναζητήσεις, με δυνατούς και ανεκπλήρωτους έρωτες, με πόθους που δεν ξεπερνιούνται και ταράζουν τη νύχτα του ποιητή. Ποίηση εξαιρετική, ο Βοριάς θα μπορούσε να γράψει καλό στίχο για καλό τραγούδι.Βαγγέλης ΣερδάρηςΙανουάριος 2009

***

Από τη σελίδα της Νατάσας Ζαχαροπούλου http://www.lifo.gr/blogs/wwwlifogrblogsnatash/14866#comment
Θοδωρής Βοριᾶς, Νυχτερινές Ἐπιπλοκές
Ἔχω τήν αἴσθηση διαβάζοντας τήν ποιητική συλλογή «Νυχτερινές Ἐπιπλοκές», ὅτι ὁ Θοδωρής Βοριάς εἶναι ἕνας τρυφερός ἄνθρωπος, ἕνας ἔφηβος, πού ἡ νύχτα τόν ἐπιπλέκει καί τόν περιπλέκει μέ τίς καί στίς διαδρομές της.Ὅλα τά ποιήματα τῆς συλλογῆς εἶναι νυχτερινά ἐπεισόδια τῆς πόλης του, τῆς Θεσσαλονίκης, τά ὁποῖα ξετυλίγονται μπροστά μας, καθώς ἐπίσης καί στιγμιότυπα ζωῆς τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ πού συμπλέκεται μαζί τους, γι' αὐτό ἴσως ἀκόμη καί στά πιό μικρά του ποιήματα ἐπιλέγει τήν ἀφηγηματική ἐξομολόγηση, παρά τήν ἀφαιρετική οἰκονομία τῆς ποίησης.Ἡ πόλη εἶναι, μέ τήν παραμικρή εὐκαιρία, πανταχού παρούσα (ὁ Λευκόπυργος, ἡ Ἀρετσού, Μητροπόλεως, Μπενιζέλου, Ἐγνατία, στό Βαρδάρι), λές κι ἀποτελεῖ μιά δικλείδα ἀσφαλείας, τήν ἀνάγκη ἑνός ριζικοῦ καταφυγίου, στή μελαγχολική ἐπαναστατικότητα, τή διαψευσμένη (...γερασμένα συνθήματα.../...περισσέματα ὁραμάτων.../... Ὅποιος μπορεῖ να στέκει ἤρεμος/σ' αὐτή τήν πόλη/μπορεῖ ν' ἀφουγκραστεῖ τίς φωνές/καί τά συνθήματα/πού δραπετεύουν κάθε μέρα/κι ἔρχονται πάλι τίς νύχτες/ να λουφάξουν/πίσω ἀπό τούς ξεφτισμένους τοίχους) τοῦ ἔφηβου ποιητῆ.Ἀκόμα καί στόν ἔρωτα ὁ Θ.Β., παρ' ὅλη τή «συναλλαγή», «τῶν τραβεστί τά στέκια», «τίς ἀνάσες ὀργασμοῦ», τ' «ἀγκαλιάσματα/στά σκοτεινά ἀποδυτήρια» παραμένει τρυφερός κι ὀνειροπόλος, «ἄν λιποθυμήσεις/θά σέ πάρω στά χέρια/νά σ' ἁπλώσω σ' ἄλλο ποίημα», λέει, καί γλιστράει στήν ἐσωτερική του κρύπτη, ὅπως «βρῆκε χαραμάδες ὁ ἀέρας/καί σιγά σιγά δραπέτευσε», πού τόν περιφυλάσσει ἁπαλό ἡ ποιητική του μοναξιά καί τόν περισώζει. Ἡ γλώσσα του, συνεπής στό ἀφηγηματικό της ὕφος εἶναι λιτή καί χωρίς ἐξάρσεις ἤ ἐξεζητημένες λέξεις, καθημερινή, κάποιες φορές γίνεται, κατά τή γνώμη μου, ἐπίμονη στό νά μεταβάλλει τό ξύλινο λεκτικῶς σήμερα (γκράφιτι, γλουτολίνη, ἀφισοκόλληση, μολότοφ) προσπαθώντας νά τό μεταβάλλει καί νά τό ἐντάξει στό ποιητικό περιεχόμενο.Στά σύν τῆς συλλογῆς ἡ ἐπιλογή τοῦ πολυτονικοῦ, σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς γλωσσικῆς μας συνέχειας, πού ἐπιστεγάζει ἡ ποίηση.Ἐν ὥρᾳ ὑπηρεσίαςΚλέβεις ἀνύποπτες στιγμέςγιά νά τίς κάνεις ποιήματα,ἐσύ, ἕνας ἔνστολος ἐν ὑπηρεσίᾳ!Γέρνουν οἱ τοῖχοι,σ' ἐλέγχουν κάθε νύχτα,σέ ὑποπτεύονταιγιατί ἔσκυψες στό δρόμοἤ γιατί βρῆκες κάτικαί τό ἔβαλες στήν τσέπη σου...Ἤξερες νά κρύβεις τά κλεμμένα᾿λίγα παλιόχαρτα τσαλακωμένα,κρυμμένα μές στήν τσέπηἦταν τά ὄνειρα κι οἱ στίχοι σου.Ὅταν ἔσφιγγε τό κρύοἔχωνες ἐκεῖ τά χέριακαί τά ζέσταινες.[Νυχτερινές Ἐπιπλοκές, Θοδωρής Βοριᾶς, ποιήματα, ἐκδ. Ἐρωδιός, Θεσσαλονίκη 2008]