ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΡΩΙΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ν’ ανοίξεις το βιβλίο,
να δεις τη ζωή μας γραμμένη με μολύβι,
βιαστικά, στα περιθώρια,
ανάμεσα στις παραγράφους
και πίσω απ’ τα εξώφυλλα.

Οι σελίδες κολλάνε μεταξύ τους,
τις αγκυλώνει  το συρματόπλεγμα
που είχανε βάλει οι γείτονες
στο χαλασμένο κάστρο
-ο ξεχασμένος σελιδοδείκτης
μυρίζει αλάνα, Σαλονίκη 
κι ασβεστωμένα σκαλοπάτια.

Ξυπνήσαμε μια μέρα κι είδαμε
τα όνειρά μας τυπωμένα με γράμματα ψιλά.
Διαβάσαμε στις οδηγίες χρήσης
για τα τριάντα πέντε χρόνια μας που ’χουν παλιώσει,
για τις αναμνήσεις μας που δεν πρόλαβαν ν’ ανθίσουν
κι έχουνε γίνει πρώιμη ιστορία.

Το χέρι που έγραφε βιαζόταν,
χάλασε το καρφί που κρατούσε κρεμασμένη
τη λαμαρινένια σκάφη,
σάπισε την ξύλινη σκάλα της αυλή μας,
κι έκανε τη σκουριά της καπνοδόχου,
στο τοίχο, έργο τέχνης,
ύστερα έβαλε και τίτλο «άλλη εποχή».

Ψάξε να βρεις εκείνο το μολύβι
που έγραψε τα παιδικά μας χρόνια,
-ήτανε ξυμένο με κοφτερό σουγιά-
να το ’χω, να το δείχνω.


Νοέμβριος 2007


Δημοσιεύτηκε στο Τεύχος 9 του περιοδικού ΡΩΓΜΕΣ