Ἀκόμα καθόταν στὸ πλατύσκαλο
καὶ σεργιανοῦσε στὸ δρόμο
μὲ τὰ πόδια της ὀρθάνοιχτα.
Εἶχε μιὰ τρύπα ὑγρὴ καὶ σκοτεινὴ
σὲ κάποια πάροδο, στὴν Ἄνω Πόλη,
στὴ Σαλονίκη,
κι οὔτε κουβέντα γιὰ τὸ παρελθόν.
Ὅσο περνοῦσε ἡ μπογιά της
τοῦ ‘δινε νὰ καταλάβει,
εἶχε χαλάσει κρεβάτια καὶ κρεβάτια
ὥσπου στὸ τελευταῖο
μούχλιασαν τὰ σεντόνια της.
“Ἐλισάβετ ἡ ἀρτίστα” στὸν καιρό της,
ὕστερα σὰν ξέπεσε, “Κακάβα”.
Τώρα οἱ ρίζες παλεύουν
νὰ ρουφήξουν τὸ κορμί της.
©Θοδωρὴς Βοριᾶς
.
.
Ἀπὸ τὴ συλλογή "Χαμένες ψηφίδες"
Περιοδικὸ "Βακχικόν" τχ.7