Τῆς πόλης μιὰ χαμένη ψηφίδα
σοῦ μιλᾶ,
ἕνας ἀκόμα αἰχμάλωτος
στῶν ἡμερῶν τὴν προπαγάνδα.
-Πότε προλάβανε καὶ μαυροφόρεσαν
μ’ ἐφημερίδες ὅλους τους δρόμους;

Τῶν ἁρπαχτικῶν οἱ κυκλικὲς πτήσεις
στενεύουν πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι μου.
Ἄλλο δὲν ἔχω,
δεκαετίες ληστεύουν τὴν ψυχή μου.

Σωτήρηδες μᾶς δείχνουν σιδερένια κλουβιὰ
-παρέχουν κανναβούρι, νερό
κι ὁπωσδήποτε μιὰ τηλεόραση-
μᾶς ὁρμηνεύουν νὰ σωπάσουμε,
νὰ μποῦμε μέσα,
νὰ σωθοῦμε.

Κι ὓστερα,
ποιὸς θὰ θυμᾶται ἄραγε
πῶς νά ’ταν ἡ ζωή.