ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΝ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥΣ

Περιοδικὸ «Μακεδονικὲς Ἠμέρες» (Ἰανουάριος Φεβρουάριος 1939)
Enzio Volture Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Ἐλεγεῖο στὴν Ἑλλάδα»

Ὦ Ἑλλάδα κέντρο τοῦ κόσμου μὲ τοὺς θεοὺς ἐδῶ στὸν Ὂλυμπο μὲ τὶς θεὲς ποὺ περπατοῦν πάνω στὴν Ἲδη!…
Ἡ φαντασία πλημμύριζε κατοίκους, τοὺς βράχους καὶ τὰ δάση, τὰ νησιὰ καὶ τὶς ἀκτὲς, τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ θάλασσα, ἡ ποίηση φυσούσε μέσα στὶς χάλκινες σάλπιγγες.

Καὶ ἡ ψυχή μας ἒμεινε μαζί σου, ὃπως ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν πρώτη ἀγάπη του. Μικρὴ καὶ χωρὶς μυστήρια κατάντησε αὐτὴ ἡ γῆ μας καὶ δὲ μᾶς προσφέρνει πειὰ μέρη ὃπου νὰ ὁδηγήσουμε τὸ ὂνειρὸ μας.

Σκαρφαλώσαμε σὲ βουνὰ ψηλότερα ἀπ’ τὸν Ὂλυμπο καὶ δὲ βρήκαμε ἐκεῖ Θεούς, ξεπεράσαμε πολλὲς ἂλλες ἡράκλειες στῆλες καὶ ἡ θάλασσα δὲν ἀπλώθηκε ἀπέραντη κάτω ἀπ’ τὶς ἱερόσυλες πρῶρες.

Καὶ κάθε μέρα μικρότερος γίνεται ὁ ἀπέραντος οὐρανὸς! Καὶ δὲ διώξαμε τοὺς γίγαντες καὶ τὰ θηρία καὶ τὶς νεράιδες, δὲν ὑπάρχει πειὰ ὁ Ὠρίων οὒτε ἡ Κασσιόπη οὒτε ἡ Ἂρκτος οὒτε τὸ γάλα τῆς Ἣρας στοὺς μεγάλους ἀστέρινους δρόμους. Μὰ τὸ ὂνομά σου, ὢ ἀθάνατη Ἑλλάδα εἶναι ὣς αὐτὴ τὴν ὣρα ἐκεῖ ἀπάνω! Γνωρίζουμε τὴ ζωὴ καὶ τὸ δρόμο αὐτῶν τῶν ἀπέραντων πλοίων τοῦ κόσμου, ξαίρουμε ἀπὸ τί εἶναι καμωμένοι, πόσο καῖν καὶ πόσο βαραίνουν. Μὰ ἡ παιδικὴ μας καρδιὰ τὰ βλέπει ἀκόμα μὲ τὰ μάτια σου, λάμπες χρυσὲς κρεμασμένες στὴν οὐράνια ὀροφή.

Ὃλα τὰ ξεσκεπάσαμε καὶ ὃλα τὰ σκοτώσαμε. Ἡ σκέψη περηφανεύεται γιὰ τὶς μεγάλες κατακτήσεις καὶ δὲν ἀκούει τὸ λυγμὸ ποὺ γιὰ τὴν κάθε μιὰ κατάκτηση βγαίνει ἀπ’ τὴν ψυχὴ ἢ τὸν ἀκούει καὶ δὲν πονεῖ καὶ προχωρεῖ καθὼς ὁ ἂγριος ἂνθρωπος μπροστὰ στὴν ὀδύνη μιᾶς ἀθωότητας ποὺ βιάζεται. Γι’ αὐτὸ δὲν ξαίρουμε πειὰ νὰ δημιουργήσουμε. Ξαίρουμε ἀσύγκριτα καλύτερα νὰ χτίσουμε, νὰ καταστρέψουμε κι ἒχουμε χάσει τὸ νόημα τῆς ζωῆς. Καὶ κεῖνο τοῦ θανάτου.

Μᾶς ξεφεύγει ἡ ἐπαφὴ μὲ τὴ γῆ ποὺ μᾶς παράγει. Χωρὶς οἶκτο τὴν κοσκινίζουμε καὶ τῆς κλέβουμε ὃλα ἐκεῖνα ποὺ κρύβει μόνο καὶ μόνο γιὰ τὴν πείνα τῶν ἐντέρων μας. Μὰ δὲν μᾶς τρομάζει πειὰ ἡ φωνὴ τοῦ Πάνα μέσα στὰ δάση, οὒτε ὁ Πλούτων ἀπ’ τὴ νυχτερινὴ κατοικία του.

Ὦ Ἑλλάδα καταντήσαμε ξένοι καὶ στὸν ἲδιο ἐαυτό μας!

Καὶ σὺ ὃμως μεῖνε μέσα στὸ πἐπλο τῆς ὀμορφιᾶς σου!
Οἱ ἂνθρωποι ποὺ ποτὲ δὲ θὰ μπορέσουν νὰ σκοτώσουν ὁλωσδιόλου τὴν καρδιά τους, πάντα σ’ ἐσένα θὰ γυρίζουν. Ὡς ὃτου θὰ λάμπει στὶς ἀκτές σου τὸ ἒπος τοῦ Ὁμήρου καὶ ἡ νειότη τοῦ Ἀλεξάνδρου.


Μετάφραση Στέλιος Ξεφλούδας