ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ

Τὸ 1970 ὑπήρχαν ὄνειρα μὲ τοίχους ψηλούς, μὲ γυαλί, μπετὸν κι ἀτσάλι. Τὸ 1980, χαμηλὰ στὴν ἄσφαλτο, στοίχειωναν λόγια ποὺ δὲν ἀκούστηκαν, χαμένα ἀπ’ τὰ μαρσαρίσματα τῶν τροχοφόρων. Τὸ 1990 τυπώθηκαν τεράστια ΕΓΩ σὲ τοίχους, σὲ μπλουζάκια, σὲ βιτρίνες. Τὸ 2000 ἡ γειτονιὰ γέμισε τράπεζες γιὰ τὰ δάνεια τοῦ σοφοῦ, κυρίαρχου λαοῦ. Στὸ παζάρι, ἐν μέσῳ Κρίσης, γίνονται ἀκόμα ἀγοραπωλησίες συνειδήσεων πίσω ἀπὸ καταναλωτικὰ ἀμερικανίστικα τερτίπια.

Ζωὴ μὲ δόσεις μονοξειδίου τοῦ ἄνθρακα. Θάνατος ἀνάμεσα στὶς διαφημίσεις περιοδικῶν καὶ στὶς ἐναλλασσόμενες μόδες. Κι εἶπες τὴ συνήθεια τῆς κατάντιας ἐ ν σ ω μ ά τ ω σ η.

Ἔτσι ἄφησες στὸν ἀχυρώνα τὴ σκάφη νὰ σκουριάζει καὶ διάλεξες διαμέρισμα μὲ μπανιέρα ἐμαγιέ. Γιὰ νὰ μὴν μπαινοβγαίνουν, ὅταν λούζεσαι, ἡ μάνα σου μὲ τὴ γειτόνισσα γιὰ ἕνα ἁπλόχερο ἀλεύρι, γιὰ μία ἀγκαλιὰ προσάναμμα ἢ κανένα ροῦχο ποὺ σοῦ μίκρυνε καὶ θὰ βολέψει κάποιο γειτονόπουλο. Τὸ πράσινο σαπούνι ποὺ σοῦ ἔκαιγε τὰ μάτια τώρα ζητᾶς νὰ τὸ βρεῖς καὶ νὰ μυρίσεις τὰ παιδικά σου χρόνια.

Παραξενεύεσαι ποὺ τὰ παιδάκια σκιάζονται τὶς κότες.
Ἐνσωματώθηκες, ἐνσωματώθηκα… Τραβάω μιὰ γραμμὴ στὸν τοῖχο, ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη, μὲ σπασμένο κεραμίδι, νά ‘χω ν’ ἀγναντεύω κι ἐγὼ ἕναν ὁρίζοντα. Μίαν ἀνατολὴ κι ἕνα ἡλιοβασίλεμα νὰ ὀνειρεύομαι.