Τι στέκεις σεργιανώντας τέτοια θάλασσα;
Όσοι ξεχάσανε τους ήλιους που χάθηκαν στο σύμπαν
κι έκαναν ήλιο τα φλεγόμενα όνειρά τους
έγιναν κύματα και σκάνε μπρος στα πόδια σου…
όσοι ξεχάσανε!

Τί σεργιανάς;
Σε τέτοιες θάλασσες κατηφορίζουν μεθυσμένα,
ξενυχτισμένα από την πόλη τα θηρία
και καταπίνουν ποιητές.
Χαράματα ξερνούν των συλλαβών το αίμα
ξερνούν ό,τι θυμίζει την πατρίδα.
Τα μεσημέρια, τα θηρία διαβάζουν εφημερίδες
και μηρυκάζουν μασώντας βιβλία με ποιήματα…
σε τέτοιες θάλασσες!

Τι στέκεις σεργιανώντας τέτοια θάλασσα;
Κάθε βραδιά το αίμα των χαμένων συλλαβών
βγαίνει στην επιφάνεια,
βάφει τις αμμουδιές και τα λιμάνια.
Αιμα και νύχτα παλεύουν
ποιος θα κερδίσει τον τελευταιο ήρωα…
κάθε βραδιά!

Γύρισε σπίτι
τα ματωμένα άρβυλά σου να στεγνώσεις.