Τῆς πόλης μιὰ χαμένη ψηφίδα
σοῦ μιλᾶ,
ἕνας ἀκόμα αἰχμάλωτος
στῶν ἡμερῶν τὴν προπαγάνδα.
-Πότε προλάβανε καὶ μαυροφόρεσαν
μ’ ἐφημερίδες ὅλους τους δρόμους;

Τῶν ἁρπαχτικῶν οἱ κυκλικὲς πτήσεις
στενεύουν πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι μου.
Ἄλλο δὲν ἔχω,
δεκαετίες ληστεύουν τὴν ψυχή μου.

Σωτήρηδες μᾶς δείχνουν σιδερένια κλουβιὰ
-παρέχουν κανναβούρι, νερό
κι ὁπωσδήποτε μιὰ τηλεόραση-
μᾶς ὁρμηνεύουν νὰ μποῦμε μέσα,
νὰ σωθοῦμε.

Κι ὓστερα,
ποιὸς θὰ θυμᾶται ἄραγε
πῶς νά ’ταν ἡ ζωή.

ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ

Α'
Τὶς φωνὲς καὶ τὰ λόγια νὰ τ' ἀφήσεις ἔξω,
στὴ μέρα, γιὰ νὰ μετρήσεις ἥσυχα
πάνω στὸν τοῖχο τὰ γερασμένα ἴχνη
ἀπ’ τὶς παλάμες κάποιων ἐλεύθερων ἐγκλωβισμένων.
Θέλει νὰ ἔχει σκοτάδι γιὰ νὰ διαβάσεις
τὴν καρδιά τους πῶς χτυπούσε
γιὰ νὰ μάθεις ἱστορία,
ἱστορία κολλημένη στὸν τοίχο μὲ τὴ σιωπή.

Προπαντὸς ὄχι αὐταπάτες, δὲν ἀρκοῦν
γιὰ νὰ κοιταχτοῦμε,
γιὰ ν’ ἀκουμπήσω τὰ χέρια στοὺς ὤμους σου
καὶ πλάι σ’ αὐτὸ τὸν τοίχο
ν’ ἀνάψει ὁ ἔρωτας κι ὕστερα ὁ πόλεμος.

Σπάσε τὸν καθρέφτη στὸν τοῖχο καὶ θὰ δεῖς
τὰ μάτια ποὺ φοβοῦνται τὶς σκιές,
τὶς νεκρὲς συνειδήσεις ποὺ τρέμουν τὴ σιωπή,
τὶς ψυχὲς ποὺ μίσησαν τὴ φτώχεια τους
πιὸ πολὺ κι ἀπ' τὴν ἀτίμωση.
Θὰ δεῖς τὰ χέρια ποὺ δὲν ἀφήνουν ἴχνη
κι ἔχουν χτιστεῖ στὸν τοίχο
-οἱ ὑπεύθυνοι τὸν ἔβαψαν μὲ χρώματα εὐχάριστα

γιὰ νὰ μὴ βρεθεῖ κανεὶς νὰ λυπηθεῖ
τόσους ἐγκλωβισμένους.

Ὅλοι ἴσοι, ὅλοι Τίποτα!


Β΄

Οἱ ἐφημερίδες κάποτε θὰ γράψουν
πὼς οἱ μοναχικοὶ νιώθουν γυμνοὶ
κόντρα στὸ βοριά.

Ἐδῶ μέσα φυσάει μόνιμα βαρδάρης.
Τὰ χέρια μου ξέμαθαν τὶς χειραψίες,
ἔσβησαν ἀπὸ το πρόσωπό μου οἱ προσποιήσεις,
-ἄν θέλεις ἄφησε τὴν καθημερινή σου προσωπίδα
ἐκεῖ πάνω στὸ τραπέζι.
Συνήθισα τὸ σπασμένο τζάμι,
τὴν ἀνοιγμένη ρυτίδα στὸ μέτωπο
ποὺ χωράει ἀκόμα μισὸ αἰώνα κατεδαφίσεων
καὶ τόση ἐσωστρέφεια μέσα στοῦς στίχους,
στὶς στάχτες τῶν ἄτυχων στιγμῶν μου.

Οἱ ἐφημερίδες κάποτε θὰ γράψουν
γιὰ ποιήματα καὶ γιὰ δάκρυα.
Τότε θὰ μοῦ τὶς φέρεις
νὰ τὶς ἀπλώσω καὶ νὰ καλύψω τὸν τοῖχο.

Οἱ ἐφημερίδες κάποτε θὰ γράψουν
πὼς οἱ στίχοι καὶ τὰ δάκρυα μυρίζουνε σκοτάδι.
Οἱ εἰδικοὶ θὰ μετρᾶνε πόση φωτιὰ
σπαταλιέται ἀπ' τὴν καρδιὰ
τὴ στιγμὴ ποὺ τὴ διαπερνάει μιὰ λέξη
ἤ ὅταν ἕνα δάκρυ χαράζει τὸ μάγουλο.
Οἱ ἐφημερίδες κάποτε ἴσως γράψουν γιὰ τὸν ἄνεμο
ποὺ ἁρπάζει τὰ χαρτιὰ μὲ τὰ ποιήματά μας
-ἄν κρυώνεις φόρεσε τὴν προσωπίδα σου.


Γ'

Ξεφλουδίζει ὁ τοῖχος ποὺ χωρίζει στὰ δυὸ τὴ ζωή μου.
Ἡ μισὴ ἀλητεύει, κατεβαίνει ἀπ’ τὰ βουνὰ
μὲ ἄγανα κολλημένα στὶς κάλτσες.
Τρέχει, ἀτίθαση, σὲ πάρκα καὶ πλατεῖες,
ἀγκαλιάζεται στὸ μουσεῖο
μὲ τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης.
Ἀρπάζει τὰ ὅπλα ἀπ’ τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἄρη,
κοιτάζει ἀγριεμένη στὰ μάτια τὸν καθρέφτη,
ξεθηλυκώνει τὴ φαρέτρα ἀπ’ τοὺς ὤμους τοῦ θεοῦ,
γίνεται ἐπικίνδυνη, χαλάει τὴν τάξη.
Τὴν κοιτάζουν κρυφὰ οἱ φοβισμένοι,
τὴν παρακολουθοῦν ἀπὸ τὸ δορυφόρο,
τεχνοκράτες κρατοῦν σημειώσεις
καὶ ζητοῦν νὰ τὴ θέσουν σὲ δική τους τροχιά.

Ξεφλουδίζει ὁ τοῖχος.
Ἡ ἄλλη μισὴ ζωὴ ἀσπρίζει
ἀπ’ τὴ σκόνη τοῦ ἀσβέστη,
λερώνω τὶς λεπτομέρειές της,
τὰ σκούρα κουστούμια,
χαλάω τὴ μόδα,
χαλάω τὴν τυποποίηση.
Δὲ σηκώνω τὰ χέρια ψηλά,
δὲ σκύβω τὸ κεφάλι,
στὰ βιβλία ποὺ τυπώνω
θὰ βάλω γιὰ σελιδοδείκτη τὴ φωνή μου,
κομμένη σὲ πέντε γράμματα: Φ Ω Τ Ι Α.

Ὁ τοίχος τους δὲν θ’ ἀντέξει,
χρόνια τρίβω πάνω του τὰ χέρια μου
-ἔτσι μ’ ἔμαθαν ν’ ἀκονίζω τὸ μαχαίρι.

Δ'

Τὶς ὧρες ποὺ δὲ μὲ κοιτᾶτε,
γράφω στὸ ξεφτισμένο χρῶμα στιχάκια
μὲ τὰ νύχια μου,
τὰ διαβάζω καὶ τὰ σβήνω,
ἴσα ἴσα γιὰ νὰ μὴν τὰ ξεχάσω,
ἴσα ἴσα γιὰ νὰ χαλάσω τὸν τοῖχο.

Περιμένεις νὰ βγάλω ἀπ’ τὸ συρτάρι τὴ σημαία
μὲ τὸν ἄσπρο σταυρό,
τὸ σταυρὸ ποὺ κοκκίνισε ἀπ’ τὴ ζωή,
ἀπ’ τὸ κρασὶ καὶ τὸ αἷμα.
Βιάζεσαι νὰ ψηλαφίσεις τὰ σημάδια
ἀπ’ τὰ καρφιὰ στὰ χέρια ὅλων των Ἑλλήνων.

Ἧρθε ἡ ὥρα καὶ πρέπει νὰ φύγεις.
Σὲ λίγο θὰ μετρήσω τὰ βήματα ποὺ θ’ ἀκουστοῦν.
Θά ’ρθουν μὲ τὸ σιωπητήριο στὶς δέκα,
θά ’ρθουν σὰν λέξεις σπασμένες,
λέξεις-τσιγγάνες στὸ σκοτάδι,
θὰ ζητᾶνε νὰ τὶς πάρω ἀπ’ τὸ δρόμο
γιὰ νὰ μοῦ ποῦν τὴ μοίρα, ὅπως κάθε βράδυ.

Ἡ νύχτα θὰ σταματήσει τὸ βηματισμό της,
θὰ ρίξει μιὰ κλεφτὴ ματιὰ στ’ ἄδεια μου χέρια,
θὰ κλείσει τὸ παραθύρι μου, ὅπως πάντα
-σίγουρη πὼς δὲ θὰ δραπετεύσω-
θὰ ρίξει τὸ φεγγάρι στὸ ποτάμι καὶ θ’ ἀποκοιμηθεῖ.

Θὰ ξεδιπλώσω τὴ σημαία
καὶ θά ’ρθω στοὺς δρόμους!


11/2007


©Θοδωρὴς Βοριᾶς
Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴΝυχτερινὲς επιπλοκὲς
ἐκδόσεις Ἐρωδιός - 2008

ΤΡΙΑ ΧΑΪΚΟΥ

[Μὲ τοὺς στίχους]

Θά ’ρθω μαζί σας.
Φορέστε μου φτεροῦγες.
Ξεκαρφῶστε με.


 

Μὴ σπαταλήσεις
μονάχα σὲ μιὰ νύχτα
τὰ ὄνειρά σου.




Κομμένο ρόδο·
πιὸ κάτω ἡ πατρίδα·
πιὸ κάτω στάχτες.



thodorisvorias@gmail.com

ΑΝΙΛΙΝΗ - [ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΟΣ]

Ὅταν ξαπλώνει, ὀνειρεύεται
ἀνθρώπους ποὺ παραμένουν ἄνθρωποι,
κι ὕστερα -τόσα χρόνια τὸ ἴδιο ὄνειρο-

μαζεύει σκόρπια κουρέλια ἀξιοπρέπειας,
νὰ ράψει μιὰ σημαία γιὰ τὸ τέλος,
γιὰ νὰ σκεπάσει τὴν καρδιά του
στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία.



Δημοσιευμένο στην ανθολογία ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2012 των εκδόσεων Ιωλκός.

ΙΣΩΣ ΓΙΝΕΙΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Μιὰ μέρα ἴσως πάρεις τὴν ἀπόφαση
νὰ ξαναγίνεις ἐργάτης,
νὰ ψάξεις σπασμένους στίχους
κάτω ἀπὸ τὰ συντρίμμια τῆς πόλης.

Ἴσως χρειαστεῖ νὰ τραβήξεις
τὸ νάιλον τοῦ καταποντισμένου οὐρανοῦ
καὶ  ν’ ἀπελευθερώσεις
θεοὺς καὶ θυμητάρια.

Ἴσως ξεθάψεις
λέξεις μὲ ἀνοιχτὲς πληγές,
λέξεις ἀκρωτηριασμένες.

Ἴσως, μιὰ μέρα,
μὲ τὰ χέρια ματωμένα,
νὰ γίνεις ποιητὴς
κι ἀπ’ τὴ ντροπὴ, νὰ μὴν ἀντέξει,
νὰ τὸν ξεκάνεις τὸν πατέρα σου.
Κι ὕστερα
νὰ  κλαῖς γιὰ τὰ στενὰ
ποὺ ἔρημα ξεμένουνε συχνὰ
ἀπὸ διαβάτες.


thodorisvorias@gmail.com