ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ

Α'

Τις φωνές και τα λόγια να τ' αφήσεις έξω,
στη μέρα, για να μετρήσεις ήσυχα
πάνω στον τοίχο τα γερασμένα ίχνη
απ’ τις παλάμες κάποιων ελεύθερων εγκλωβισμένων.
Θέλει να έχει σκοτάδι για να διαβάσεις
την καρδιά τους πως χτυπούσε
για να μάθεις ιστορία,
ιστορία κολλημένη στον τοίχο με τη σιωπή.

Προπαντός όχι αυταπάτες, δεν αρκούν
για να κοιταχτούμε,
για ν’ ακουμπήσω τα χέρια στους ώμους σου
και πλάι σ’ αυτό τον τοίχο
ν’ ανάψει ο έρωτας κι ύστερα ο πόλεμος.

Σπάσε τον καθρέφτη στον τοίχο και θα δεις
τα μάτια που φοβούνται τις σκιές,
τις νεκρές συνειδήσεις που τρέμουν τη σιωπή,
τις ψυχές που μίσησαν τη φτώχεια τους
πιο πολύ κι απ' την ατίμωση.
Θα δεις τα χέρια που δεν αφήνουν ίχνη
κι έχουν χτιστεί στον τοίχο
-οι υπεύθυνοι τον έβαψαν με χρώματα ευχάριστα
για να μη βρεθεί κανείς να λυπηθεί
τόσους εγκλωβισμένους.

Όλοι ίσοι, όλοι Τίποτα!


Β΄

Οι εφημερίδες κάποτε θα γράψουν
πως οι μοναχικοί νιώθουν γυμνοί
κόντρα στο βοριά.

Εδώ μέσα φυσάει μόνιμα βαρδάρης.
Τα χέρια μου ξέμαθαν τις χειραψίες,
έσβησαν από το πρόσωπό μου οι προσποιήσεις,
-αν θέλεις άφησε την καθημερινή σου προσωπίδα
εκεί πάνω στο τραπέζι.
Συνήθισα το σπασμένο τζάμι,
την ανοιγμένη ρυτίδα στο μέτωπο
που χωράει ακόμα μισό αιώνα κατεδαφίσεων
και τόση εσωστρέφεια μέσα στους στίχους,
στις στάχτες των άτυχων στιγμών μου.

Οι εφημερίδες κάποτε θα γράψουν
για ποιήματα και για δάκρυα.
Τότε θα μου τις φέρεις
να τις απλώσω και να καλύψω τον τοίχο.

Οι εφημερίδες κάποτε θα γράψουν
πως οι στίχοι και τα δάκρυα μυρίζουνε σκοτάδι.
Οι ειδικοί θα μετράνε πόση φωτιά
σπαταλιέται απ' την καρδιά
τη στιγμή που τη διαπερνάει μια λέξη
η όταν ένα δάκρυ χαράζει το μάγουλο.
Οι εφημερίδες κάποτε ίσως γράψουν για τον άνεμο
που αρπάζει τα χαρτιά με τα ποιήματά μας
-αν κρυώνεις φόρεσε την προσωπίδα σου.


Γ'

Ξεφλουδίζει ο τοίχος που χωρίζει στα δυό τη ζωή μου.
Η μισή αλητεύει, κατεβαίνει απ’ τα βουνά
με άγανα κολλημένα στις κάλτσες.
Τρέχει, ατίθαση, σε πάρκα και πλατείες,
αγκαλιάζεται στο μουσείο
με το άγαλμα της Αφροδίτης.
Αρπάζει τα όπλα απ’ το άγαλμα του Άρη,
κοιτάζει αγριεμένη στα μάτια τον καθρέφτη,
ξεθηλυκώνει τη φαρέτρα απ’ τους ώμους του θεού,
γίνεται επικίνδυνη, χαλάει την τάξη.
Την κοιτάζουν κρυφά οι φοβισμένοι,
την παρακολουθούν από το δορυφόρο,
τεχνοκράτες κρατούν σημειώσεις
και ζητούν να τη θέσουν σε δική τους τροχιά.

Ξεφλουδίζει ο τοίχος.
Η άλλη μισή ζωή ασπρίζει
απ’ τη σκόνη του ασβέστη,
λερώνω τις λεπτομέρειές της,
τα σκούρα κουστούμια,
χαλάω τη μόδα,
χαλάω την τυποποίηση.
Δε σηκώνω τα χέρια ψηλά,
δε σκύβω το κεφάλι,
στα βιβλία που τυπώνω
θα βάλω για σελιδοδείκτη τη φωνή μου,
κομμένη σε πέντε γράμματα: Φ Ω Τ Ι Α.

Ο τοίχος τους δεν θ’ αντέξει,
χρόνια τρίβω πάνω του τα χέρια μου
-έτσι μ’ έμαθαν ν’ ακονίζω το μαχαίρι.


Δ'

Τις ώρες που δε με κοιτάτε,
γράφω στο ξεφτισμένο χρώμα στιχάκια
με τα νύχια μου,
τα διαβάζω και τα σβήνω,
ίσα ίσα για να μην τα ξεχάσω,
ίσα ίσα για να χαλάσω τον τοίχο.

Περιμένεις να βγάλω απ’ το συρτάρι τη σημαία
με τον άσπρο σταυρό,
το σταυρό που κοκκίνισε απ’ τη ζωή,
απ’ το κρασί και το αίμα.
Βιάζεσαι να ψηλαφίσεις τα σημάδια
απ’ τα καρφιά στα χέρια όλων των Ελλήνων.

Ήρθε η ώρα και πρέπει να φύγεις.
Σε λίγο θα μετρήσω τα βήματα που θ’ ακουστούν.
Θα ’ρθουν με το σιωπητήριο στις δέκα,
θα ’ρθουν σαν λέξεις σπασμένες,
λέξεις-τσιγγάνες στο σκοτάδι,
θα ζητάνε να τις πάρω απ’ το δρόμο
για να μου πουν τη μοίρα, όπως κάθε βράδυ.

Η νύχτα θα σταματήσει το βηματισμό της,
θα ρίξει μια κλεφτή ματιά στ’ άδεια μου χέρια,
θα κλείσει το παραθύρι μου, όπως πάντα
-σίγουρη πως δε θα δραπετεύσω-
θα ρίξει το φεγγάρι στο ποτάμι και θ’ αποκοιμηθεί.

Θα ξεδιπλώσω τη σημαία
και θα ’ρθω στους δρόμους! 



11/2007


©Θοδωρής Βοριάς


Από την ποιητική συλλογή Νυχτερινές επιπλοκές
εκδόσεις Ερωδιός - 2008